Σταφιδικό ζήτημα

Σταφιδικό ζήτημα



Συντελεστές

Σκηνοθεσία : Παναγιώτης Κακαβιάς
Το ντοκιμαντερ  είναι στο στάδιο του μοντάζ. 
Διάρκεια:
50΄00΄΄-55΄00΄΄





Κορινθιακή σταφίδα  - ένας  καρπός που επέδρασε στην ιστορία

Την πρωτοσυναντάμε στα Ομηρικά Έπη και στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Ξενοφών, στην "Κύρου Ανάβασις", κάνει λόγο για την  "αποξηραμένη σταφυλή",  ο Ησίοδος  επίσης αναφέρεται στην καλλιέργειά  της , ο Αριστοτέλης τη συμπεριλαμβάνει στο έργο του " Τα προβλήματα του Αριστοτέλους" και  ο Ιπποκράτης εξάρει το κρασί που προέρχεται από αυτήν.

Η σταφίδα αναφέρεται σαν "μαυροντυμένη ορθόδοξη μοναχή" στο περίφημο βυζαντινό βιβλίο των φρούτων του 13ου αιώνα, ενώ  ο βασιλιάς της Αγγλίας συνιστούσε στις τουρκικές αρχές  να είναι προσεκτικότερες στη συμπεριφορά τους με τους Άγγλους σταφιδέμπορους που βρίσκονταν στην Πάτρα. Η "πριγκίπισσα", όπως αποκαλούν την Κορινθιακή σταφίδα αρκετοί, αποτέλεσε το κατεξοχήν εξαγώγιμο προϊόν  του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από  το 1830 μέχρι και το δεύτερο μισό του 19 αιώνα, ενώ μέχρι και σήμερα καταγράφεται ως  ένα από τα βασικότερα προς εξαγωγή  προϊόντα της χώρας. Το 93% της παραγωγής της κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού και μάλιστα τις πλέον απαιτητικές, με σημαντικότατη συμβολή στη διαμόρφωση του ισοζυγίου του εξωτερικού εμπορίου του Ελληνικού Κράτους.

 

Εισαγωγή

Όταν το 1829 ο Ιωάννης Καποδίστριας επισκέφθηκε την επαρχία της Κορίνθου, διερωτήθηκε γιατί οι κάτοικοι έδιναν τόση σημασία στην καλλιέργεια της σταφίδας. Η απάντηση που έλαβε ήταν: «Δίνουμε εξοχότατε μια χούφτα σταφίδα και μας δίνουν ένα σακί τάλληρα». Οι παραινέσεις του Κυβερνήτη, για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η  αλματώδης αύξηση της καλλιέργειας της σταφίδας, δεν εισακούστηκαν. Υπό το καθεστώς των "εθνικών γαιών", καθώς η αγροτική μεταρρύθμιση θα πραγματοποιηθεί πολλά χρόνια αργότερα, οι καλλιεργούμενες με σταφίδα εκτάσεις εξαπλασιάστηκαν και συνέχισαν να αυξάνουν.

Η πρώτη σταφιδική κρίση το 1850 καθώς και άλλες που θα ακολουθήσουν, μικρότερης εμβέλειας, θα ξεπεραστούν με εξισορροπητικούς μηχανισμούς. Ακόμη και ο ίδιος ο Όθων, με ιδιόχειρη επιστολή, ζητά την μείωση των εισαγωγικών δασμών για τη σταφίδα σε Πρωσία και Γερμανία, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έκτακτη κατάσταση.  Η κατάρρευση όμως ήταν πια κοντά. Η σταφιδική κρίση του 1893 ήταν βαθιά, με σοβαρότατες δημοσιονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες. Σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την πτώχευση της Ελλάδας (σε συνάρτηση με τη γενική οικονομική δυσπραγία της χώρας και τις αντίξοες διεθνείς συγκυρίες), η κρίση της σταφίδας πυροδοτεί κοινωνικές αναταραχές, επιφέρει ισχυρότατους κραδασμούς στο πολιτικό στερέωμα της εποχής και οδηγεί στη μετανάστευση εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες. Τον αντίκτυπο της κρίσης αισθάνθηκε η κοινωνία στο σύνολό της.  Η σταφίδα (που ουδέποτε άλλωστε υπήρξε ένα απλό γεωργικό προϊόν)  από πρόξενος  ελπίδων και προσδοκιών , μετατράπηκε σε αιτία δυστυχίας και εξαθλίωσης. Ολόκληροι πληθυσμοί έφθασαν στα όρια της έσχατης ένδειας, ενώ η πολυπλοκότητα   των αντιτιθεμένων συμφερόντων ήταν τέτοια κα οι  συγκρούσεις μεταξύ των εκφραστών τους τόσο σφοδρές, ώστε οι σύγχρονοι να μιλούν για «Δεύτερο Πελοποννησιακό Πόλεμο».

 

Το Σταφιδικό ζήτημα

Ένα από τα πλέον δραματικά επεισόδια στην ιστορία της Ελλάδας, είναι η ανακοίνωση του πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη, στις 10 Δεκεμβρίου 1893, αναφορικά με τη χρεοκοπία του Ελληνικού κράτους. "Κύριοι δυστυχώς επτωχεύσαμεν".  Το κράτος αδυνατεί να ανταποκριθεί στις πληρωμές των εξωτερικών δανείων (είναι άλλωστε υπέρογκα δάνεια και έχουν συναφθεί  με ληστρικούς όρους)  ενώ  καθοριστικό παράγοντα για την εν λόγω αδυναμία και την εθνική κρίση που την ακολουθεί, αποτελεί η κατακόρυφη πτώση του εμπορίου της κορινθιακής σταφίδας. Του προϊόντος δηλαδή, που το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα αναδείχθηκε σαν το κυριότερο εξαγωγικό προϊόν του Ελληνικού Βασιλείου. "Ως η Βραζιλία με τον καφέν" κατά τη διατύπωση του καθηγητή Ξεν. Ζολώτα.

Αυτή κατέβασε από τα βουνά πλήθος ανθρώπων για να καλλιεργήσουν τα αμπέλια,  δημιούργησε αστικούς και ημιαστικούς πληθυσμούς , πλούτο και ισχύ. Η ταχεία ανάπτυξη της διεθνούς ζήτησης της, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση της Ελλάδας, στις διεθνείς συναλλαγές, ως χώρας μονοεξαγωγικής. Η κορινθιακή σταφίδα έφθασε να καλύπτει περισσότερο από το 50% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της χώρας, δίνοντας ζωή για πολλά άλλα αγαθά και υπηρεσίες.

Τα λιμάνια της Πελοποννήσου, της Πάτρας κυρίως (το λιμάνι της σταφίδας), αλλά και  του Κατακόλου, του Αιγίου, του Ξυλοκάστρου και άλλα στη συνέχεια, γνωρίζουν σημαντική άνθηση. Αποτελούν πυλώνες της εξαγωγικής δραστηριότητας, καθώς το 70% του συνολικού όγκου της σταφίδας μεταφερόταν ακτοπλοικώς.  Είναι η αρχή της καπιταλιστικής οικονομίας για την Ελλάδα και της εκβιομηχάνισής της Πελοποννήσου, με άξονα τη σταφίδα. Από το 1860 γίνονται οι πρώτες προσπάθειες να κατασκευαστούν και να χρησιμοποιηθούν μηχανές για τον καθαρισμό και τη διαλογή της, ενώ τον Ιανουάριο του 1885 δεκατρείς βουλευτές  κατέθεσαν νομοσχέδιο « περί αποδόσεως προνομίου εις τους εφευρέτες μηχανήματος αποξήρανσης της σταφίδας » το οποίο σύντομα έγινε Νόμος.

Εκτός λοιπόν  από τις αγροτικές εργασίες και την ανάπτυξη των λιμανιών, όπως ήταν λογικό, η εμπορευματοποίηση του μονοκαλλιεργούμενου  προϊόντος δημιούργησε πολλά νέα επαγγέλματα ( σταφιδομεσίτες, και μεσίτες δελτίων παρακρατήματος, πατηταί, καρφωταί, μαρκαρισταί, σταφιδοπαραλήπτες κ.λ.π.) και γενικά η πόλη ζούσε υπό την σκιά της σταφίδας. Συνακόλουθα ενισχύονται και  οι χερσαίες  μεταφορές.  Από το χωριό στην πόλη, στις σταφιδαποθήκες, στο συσκευαστήριο.  Αρα  κτίσιμο αποθηκών, κατασκευές κάρων , σταφοκιβοτίων ή βαρελιών .

Οι σταφιδέμποροι διέθεταν αποθήκες, στις οποίες ήταν εγκατεστημένα μηχανήματα καθαρισμού, ενώ εντός ή εκτός αυτής γινόταν η συσκευασία σε «τέταρτα», ξύλινα κιβώτια τα οποία παρασκευάζονταν σε ξυλοβιομηχανίες. Ήδη όμως από παλαιότερα η σταφίδα εξαγόταν σε μικρούς τρίχινους σάκους και συσκευαζόταν σε βαρέλια η βουτσιά.

Οι αποθήκες και τα νέα σπίτια χρειάζονται χτίστες , μαρμαράδες, σιδεράδες. Η κατασκευή και η μεταλουργία ακμάζουν. Παράλληλα   η ευμάρεια των μεγάλων παραγωγών και εμπόρων, απαιτεί ράφτρες και μοδίστρες, καταστήματα υφασμάτων και παπουτσιών, κλωστήρια και υφαντουργεία. Οι νεαρές κοπέλες, από τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις,  διδάσκονται σε σεμινάρια  την τέχνη της καλτσοπλεκτικής ή προετοιμάζονται για υπηρετικό προσωπικό στις επαύλεις.

Απαραίτητο δε στοιχείο κύρους για τη νεοσύστατη αστική τάξη της περιοχής, αλλά και αναγκαιότητα - καθώς η καλλιέργεια και η ανάπτυξη των δεξιοτήτων των μελών της οικογένειας, αποτελούσε την εγγύηση για την καλή διαχείριση του πλούτου - γίνεται η καλή μόρφωση των ευκατάστατων γόνων. Δασκάλες και δάσκαλοι πιάνουν δουλειά. Ιδρύονται εμπορικές σχολές , σχολές ξένων γλωσσών και σχολεία, μεταξύ αυτών και το Αρσάκειο Πατρών , καθώς η εποχή συμπίπτει με την αρχή της χειραφέτησης των γυναικών.

Μέχρι το 1892 η οικονομική κατάσταση όσων ασχολούνταν με το εμπόριο της σταφίδας, ακόμα και των λαϊκότερων κύκλων ήταν πάρα πολύ καλή. Απόδειξη οι πολυτελείς κατοικίες και βίλες που χτίστηκαν, οι πολυτελείς ιδιωτικές άμαξες που διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης και οι πολλοί και μεγάλοι θίασοι, κυρίως ιταλικοί που περνούσαν πολύ συχνά από τη Πάτρα και έδιναν παραστάσεις. Για τις λαϊκότερες τάξεις τα γλέντια έδιναν κι έπαιρναν, ιδίως κατά τη σταφιδική περίοδο, ενώ υπήρχαν και τα "καφέ αμάν" και "καφέ σαντάν", πολλές φορές πρόχειρα υπαίθρια παρατεταγμένα τα πιο πολλά σε όλο το μήκος της παραλίας.

Η υψηλή κοινωνία αναπτύσσει παράλληλα και  το "υπεύθυνο των αστών" . Χρηματοδοτεί έργα υποδομής, όπως την  κατασκευής του σιδηρόδρομου της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της γραμμής Πύργου-Κατακόλου, που λειτούργησε στις 3 Φεβρουαρίου του 1883 και ήταν η πρώτη σε ολόκληρη την Ελλάδα,και της διώρυγας της Κορίνθου με σκοπό την καλύτερη και ταχύτερη μεταφορά της Κορινθιακής σταφίδας στις αγορές του εξωτερικού. 

Στηρίζονται  τα δημοτικά ιδρύματα: νοσοκομείο, βρεφοκομείο, πτωχοκομείο. Ο Μορφωτικός Σύλλογος Κυριών  βοηθά στο προσφυγικό  κυρίως με τα μπαζάρ, ως αντίδραση στην Παγκόσμια οικονομική κρίση.  Παρακολουθούν όμως και θέατρο, διασκεδάζουν  στις δεξιώσεις των σαλονιών, στήνοντας στο περιθώριο παιχνίδια κερδοσκοπίας, ενώ καίνε τα χρήματά τους σε ξέφρενα γλέντια, όταν η σοδειά είχε αποφέρει το μέγιστο κέρδος.  Γιορτές και εκδηλώσεις  (π.χ. το καρναβάλι της Πάτρας), οφείλονται σε εκείνη ακριβώς την εποχή. Τόσο στον πλούτο, όσο και στις επιρροές από τις χώρες της δυτικής Ευρώπης στις οποίες κατευθυνόταν η σταφίδα. Ο Γερμανός αρχιτέκτονας Ερνέστο Τσίλερ, γίνεται αγαπημένος της αστικής τάξης της Πελοποννήσου και  λαμβάνει παραγγελίες, Μεταξύ αυτών για το Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας, για το Μητροπολιτικό ναό της Φανερωμένης  καθώς και για το κτίριο της παλιάς δημοτικής αγοράς στο Αίγιο,  όπου σήμερα στεγάζεται το Αρχαιολογικό μουσείο.

Τα βήματα της πολυέξοδης διαβίωσης  και τις συνήθειές τους,  ακολουθούσαν, κατά το δυνατόν, και οι κάτοικοι κωμοπόλεων ή ακόμη και χωριών, εφόσον όλος ο κόσμος που πλαισίωνε την οικονομία της σταφίδας, ευημερούσε.

Πρόκειται για μια εποχή ανάτασης και μεγαλείου, που οικοδομήθηκε πάνω στις ορέξεις  ενός φωτοπαρασιτικού εντόμου, στη φυλλοξήρα, που έπληξε τα γαλλικά αμπέλια την δεκαετία του 1880. Αυτή αύξησε υπέρμετρα και απροσδόκητα τη ζήτηση της πελοποννησιακής σταφίδας, αφού οι οινοπαραγωγοί της Γαλλίας αναπλήρωσαν τις απώλειές τους με ελληνικά σταφύλια.  Η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον καρπό με τη γλυκιά γεύση και την μεγάλη θρεπτική αξία, δημιουργώντας ένα είδος μόδας και καθιστώντας τη πολύτιμη. Καταναλώνεται σαν ξηρός καρπός, για τη κατασκευή πουτίγκας και σταφιδόψωμου, σαν υλικό "υψηλής" ζαχαροπλαστικής. Στις δεκαετίες του 1880 και 1890 η παραγωγή σταφίδας αυξήθηκε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, για να καλύψει τη γαλλική ζήτηση, ενώ παράλληλα αυξήθηκε και η τιμή της, ωφελώντας έτσι σημαντικά τους Έλληνες σταφιδοπαραγωγούς.

Οι ΄Ελληνες σταφιδοπαραγωγοί με τη σειρά τους και  για να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες, διεύρυναν με όσα μέσα διέθεταν την σταφιδοκαλλιέργεια, χωρίς να αντιλαμβάνονται τους κινδύνους και χωρίς να βλέπουν το τέλος που όλο και πλησίαζε. "Χορεύουν ενώ χρεοκοπούν" αναφέρει η Αθηνά Κακούρη στο βιβλίο της Πριμαρόλια . Τα Πριμαρόλια, τα πρώτα καράβια με το πολύτιμο φορτίο της πρώτης και καλύτερης σοδειάς μαύρης σταφίδας Βοστίτσα, έφευγαν από το λιμάνι του Αιγίου, της Πάτρας και άλλων πόλεων της ΒΔ Πελ/σου για τα μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης του 19ου αιώνα, Λονδίνο, Λίβερπουλ, Μασσαλία, Τεργέστη, Άμστερνταμ και Οδησσόςμέσα σε χαρές και γιορτές στην παραλία, που κρατούσαν εως και δέκα πέντε μέρες.

Ο απόπλους γινόταν  στις αρχές κάθε Αυγούστου και χαιρετιζόταν με κανονιοβολισμούς, φωταψίες και σημαιοστολισμό του σκάφους. Με τη πάροδο όμως του χρόνου ιδίως από τη δεκαετία 1880, τα πριμαρόλια  λειτούργησαν επιζήμια για το εμπόριο, διότι δημιουργούσαν κλίμα ανταγωνισμού μεταξύ των σταφιδεμπόρων, για το ποιος θα φορτώσει πρώτος για το κάθε λιμάνι, ώστε να πετύχει καλύτερη τιμή και αδιαφορούσαν για τη ποιότητα. Έτσι για να προλάβουν τρυγούσαν νωρίτερα, ο καρπός κοβόταν άγουρος και μαζευόταν νωπός, κάτι που δελέαζε και τους παραγωγούς, αφού αύξανε το βάρος του κατά 15% έως 20%, αλλά υποβάθμιζε τη ποιότητα.

Τα πιο σημαντικά Πριμαρόλια ήταν αυτά που κατευθύνονταν στα λιμάνια του Λίβερπουλ και  του Λονδίνου. Άλλωστε πολλοί σταφιδέμποροι διατηρούσαν πλέον την έδρα τους στο Λονδίνο, στέλνοντας συνήθως τον πρωτότοκο γιο να φροντίσει τα συμφέροντα της οικογένειας. Οι πλούσιοι πρωτότοκοι μάλιστα εντάσσονται γρήγορα στην κοσμική ζωή και δε λείπουν από χορούς, θεάματα, αθλοπαιδιές  και ιπποδρομίες.

Η ανάκαμψη  ωστόσο των γαλλικών αμπελώνων από την ασθένεια, πριν το τέλος του 19ου αιώνα, είχε ως αποτέλεσμα να κλείσει απότομα η γαλλική αγορά, όσο απότομα είχε ανοίξει. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1890 η γαλλική παραγωγή άρχισε να επανέρχεται στο αρχικό της επίπεδο και η ζήτηση της ελληνικής σταφίδας έπεσε τόσο γρήγορα, όπως ακριβώς είχε αυξηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα.  Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1890 και στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα εκδηλώθηκε μια κρίση υπερπαραγωγής της σταφίδας, όπου ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής έμενε αδιάθετο, ενώ η μικρή ποσότητα που απορροφούσε η αγορά είχε πολύ χαμηλή τιμή. 

Οι συνέπειες αυτού του γεγονότος υπήρξαν καταστροφικές για τη χώρα.  Χιλιάδες αγρότες της Πελοποννήσου καταστράφηκαν. «Προλάβετε οι αρμόδιοι τα περαιτέρω διότι το πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνην, η δε λαϊκή παραφροσύνη εμφυλίους πολέμους...» γράφει η εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 17 Σεπτεμβρίου του 1893, αναφερόμενη στο κύμα των πτωχεύσεων και των πλειστηριασμών που σαρώνει τους σταφιδοπαραγωγούς της Πελοποννήσου.   Πρόκειται για μια βαθιά και σαρωτική κρίση, που έμεινε γνωστή ως το  Σταφιδικό ζήτημα.

Η απρονοησία βεβαίως των σταφιδεμπόρων δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια τόσο βαθιά κρίση, που θα χρεοκοπούσε τη χώρα, εάν προηγουμένως δεν είχε ήδη χρεοκοπήσει το πολιτικό της σύστημα.

Από το 1870 - 1875 γίνονται τέσσερις  εκλογικές αναμετρήσεις και σχηματίζονται εννέα κυβερνήσεις, την περίοδο 1890 -1893 πέντε κυβερνήσεις προσπαθούν να διασώσουν  την εθνική οικονομία, ενώ ήδη από το 1879 έως το 1890 η χώρα έχει συνάψει έξι εξωτερικά δάνεια με ληστρικούς όρους . Το εμπόριο της σταφίδας και τα υπέρογκα  δάνεια, αποτελούν την αιχμή του δόρατος στις κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις της εποχής.  Στο όνομά της σταφίδας οι πρωθυπουργοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον. 

Η σταφίδα γίνεται βούτυρο  στο ψωμί και των δημαγωγών, πυροδοτώντας την πολιτική αντιπαράθεση.  Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης (καταγωγή από την Αρκαδία, πέντε φορές πρωθυπουργός, λαϊκιστής και δημαγωγός κατά τους φιλελεύθερους) αντιπολιτεύεται τον Τρικούπη, με το σταφιδικό ζήτημα στην κορυφή της ατζέντας του.  Αν και του έχει "παραδώσει" την πρωθυπουργία,  την παίρνει πίσω μετά την πτώχευση, για να  την χάσει από τον  Α. Ζαΐμη, ο οποίος γρήγορα θα παραδώσει στον Θεοτόκη, ο οποίος θα χάσει τον πρωθυπουργικό θώκο και κατόπιν θα τον ξαναπάρει πίσω.

Η χώρα σε αυτά τα χρόνια ήδη έχει αναγκαστεί  να αποδεχτεί  τον ΔΟΕ (Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος) ο οποίος υποχρέωσε  σε πολιτική αυστηρότατης λιτότητας ως το 1910 τουλάχιστον, για να καταργηθεί τυπικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η χρεοκοπία δεν εμπόδισε να διοργανωθούν στην Αθήνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896, που  την εποχή εκείνη δεν συνεπάγονταν τεράστια έξοδα, γιατί η πτώχευση αφορούσε μόνο το εξωτερικό και όχι το εσωτερικό δημόσιο χρέος. Κυρίως όμως συνέβαλε στην έξαρση μιας εθνικιστικής υστερίας,  που υποδαυλίζονταν από την «Εθνική Εταιρεία» με την ανοχή ή σύμπραξη της κυβέρνησης Δηλιγιάννη.  Επί της πρωθυπουργίας του  η Ελλάδα οδηγήθηκε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Έναν πόλεμο που είχε κριθεί πριν αρχίσει και υποχρέωσε την Ελλάδα σε δανεισμό προκειμένου να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολα για τους Έλληνες. Τα οικονομικά αδιέξοδα  συνοδεύτηκαν  από μεγαλύτερη  πολιτική αστάθεια, κοινωνικές αναταραχές και μαζική μετανάστευση προς την Αμερική και τις μεγάλες πόλεις.

Λόγω της  σταφιδικής κρίσης, οι βουλευτικές εκλογές του Απριλίου του 1899 διενεργήθηκαν μέσα σε ένα κλίμα οικονομικής δυσπραγίας αλλά και δυσπιστίας των κατοίκων των επαρχιών της Πελοποννήσου: «Αχρηματία πιέζει πάσας τας γεωργικάς και κτηματικάς τάξεις... Και όμως οι περιοδεύοντες πολιτικοί μας όλα αυτά τα βλέπουν με πλατωνικάς συγκινήσεις» επισημαίνει στις αρχές της χρονιάς η εφημερίδα «Ακρόπολις».

Ο   Γ. Θεοτόκης, που εξελέγη πρωθυπουργός, δήλωσε ότι η τύχη των «σταφιδοφόρων περιοχών» ήταν στο στόχαστρο της κυβέρνησης και   κατέθεσε στη Βουλή το νέο νομοσχέδιο, το οποίο εκτός των άλλων ρυθμίσεων, οδήγησε στην ίδρυση της Σταφιδικής Τράπεζας τον Ιούνιο του 1899. Μέτοχοι της τράπεζας, της οποίας η διάρκεια ορίστηκε για μια εικοσαετία, ήταν όλοι οι σταφιδοκτηματίες που εισέφεραν σταφιδόκαρπο μέσω του εις είδος φόρου ή του εξαγωγικού δασμού.

Ωστόσο ήδη από τις αρχές της σύστασης της Σταφιδικής Τράπεζας άρχισαν να διατυπώνονται οι πρώτες αμφιβολίες ως προς τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητά της. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της η Σταφιδική Τράπεζα δεν κατόρθωσε να εκπληρώσει την αποστολή της, σύμφωνα με τις προσδοκίες των σταφιδοπαραγωγών. Έτσι οι σταφιδοπαραγωγοί πληθυσμοί εξακολουθούσαν να υποφέρουν από έλλειψη κεφαλαίων και πόρων. Σύμφωνα με μαρτυρίες των συγχρόνων, οι πόλεις ήταν «νεκρωμένες» λόγω απουσίας κάθε εμπορικής συναλλαγής, ενώ πολλοί αγρότες στην ύπαιθρο αδυνατούσαν να καλλιεργήσουν τα κτήματά τους, πολλώ δε μάλλον να πληρώσουν τα χρέη τους.

Το 1903 η κατάσταση επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα το κράτος με νεότερο νόμο να αυξήσει το παρακράτημα στα 24%.

Την ίδια χρονιά ένας όμιλος Άγγλων κεφαλαιούχων πρότειναν να αγοράσουν μονοπωλιακά την πελοποννησιακή σταφίδα για 20 χρόνια. Η πρόταση αυτή προκάλεσε ενθουσιασμό τους σταφιδοπαραγωγούς, οι οποίοι θεωρούσαν πως μ’ αυτό τον τρόπο θα απαλλαγούν από το άγχος της απορρόφησης της παραγωγής τους και θα έπαυαν να είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης των σταφιδεμπόρων. Η απόρριψη όμως αυτής της πρότασης από την κυβέρνηση Δηλιγιάννη προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Μάλιστα μέσα στη Βουλή διεξάγονταν ομηρικές συζητήσεις για το θέμα του μονοπωλίου.

Τελικά το μονοπώλιο ματαιώθηκε λόγω παρέμβασης του ίδιου του αγγλικού κράτους, που ήταν ιδιαίτερα δύσπιστο σε τέτοιες εμπορικές πρακτικές.

Μια απόφαση που προκάλεσε άλλη μια πτώση κυβέρνησης και μεγάλο αναβρασμό τη δυτική και βόρεια Πελοπόννησο. Στο χωριό Μπαρμπάσαινα του Πύργου οι διαμαρτυρίες εξελίχθη καν σε ένοπλες συγκρούσεις, στις οποίες πρωτοστατούσαν αναρχικοί και σοσιαλιστικοί κύκλοι.

Το Δεκέμβριο πια του 1903, η κυβέρνηση παίρνει σειρά μέτρων για την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Με νόμο ορίστηκε να αγοράζει η Σταφιδική Τράπεζα το πλεόνασμα της παραγωγής, αποφασίστηκε η είσπραξη του εγγείου φόρου σε είδος, ενώ ταυτόχρονα παίρνονταν μέτρα για την αποτροπή νέων φυτεύσεων. Παράλληλα, όμως η μετανάστευση μεγάλου αριθμού σταφιδοπαραγωγών στην Αμερική φαίνεται ότι ήταν αυτή που ουσιαστικά έδωσε τη διέξοδο στο σταφιδικό πρόβλημα, που ταλάνισε τους Πελοποννήσιους αγρότες για τρεις δεκαετίες περίπου.

Το αντίτιμο του εισιτηρίου για τον νέο κόσμο είναι πολύ υψηλό, σπίτια και χωράφια ξεπουλιούνται για να εξασφαλισθεί το πολυπόθητο ταξίδι.  Πολλοί από αυτούς πιστεύουν ότι μόλις φτιάξουν ένα κομπόδεμα θα ξαναγυρίσουν στην πατρίδα.  Η επένδυση στο όνειρο είναι καταστροφική για τους ταξιδιώτες και κερδοφόρα για τους ταξιδιωτικούς πράκτορες.  Το πλοίο που τους μεταφέρει στην ξενιτιά λέγεται Πατρίς, οι περισσότεροι όμως δεν πρόκειται να δουν ποτέ ξανά την πατρίδα τους.  Τους περιμένουν τα μεταλλεία της Πενσιλβάνιας και της Γιούτας, οι βιομηχανίες του Σικάγο και της Βοστόνης, οι σιδηροδρομικές γραμμές της κεντρικής Αμερικής, τους περιμένουν ακόμη όλες οι ανειδίκευτες δουλειές που δεν τις καλύπτουν τα συνδικάτα και οι κανονισμοί εργασίας. Πίσω στην πατρίδα πληθαίνουν οι ενέργειες των σταφιδοπαραγωγών πληθυσμών, που ανάγονται στις σύγχρονες μορφές διαπραγμάτευσης. Το "κίνημα" της κοινωνίας, κατά της οικονομικής δυσπραγίας με σκοπό την επιστροφή στις μέρες της ευμάρειας, γιγαντώνεται. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται τα παλλαϊκά συλλαλητήρια, τα ψηφίσματα και οι αναφορές προς την κυβέρνηση και τη Βουλή, που περιλαμβάνουν συγκεκριμένα αιτήματα και διεκδικήσεις.

Οι σταφιδοπαραγωγοί πληθυσμοί, με τους συνεχείς αγώνες τους, πέτυχαν κάποιες ευνοϊκές διευθετήσεις. Το σταφιδικό κοινωνικό κίνημα ανάγκασε το κράτος να ασκήσει παρεμβατική πολιτική, εγκαταλείποντας την τακτική αναβλητικότητας και κωλυσιεργίας. Τα όποια θετικά αποτελέσματα όμως μειώνονταν κατά πολύ λόγω της πολυπλοκότητας των συμφερόντων των άμεσα ενδιαφερομένων μερών.

Μερικά χρόνια αργότερα, κατά το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, το σταφιδικό ζήτημα άρχισε να χάνει την οξύτητά του για πολλούς λόγους, ο σημαντικότερος από τους οποίους ήταν η μετανάστευση στην Αμερική και η αστυφιλία. Την ίδια περίοδο σηματοδοτείται η αρχή μιας νέας εποχής για τη χώρα. Οι κλυδωνισμοί που είχε προκαλέσει η σταφιδική κρίση έγιναν σταδιακά αισθητοί με την εμφάνιση νέων μορφών οικονομικής εκμετάλλευσης και κοινωνικών ανακατατάξεων.

Το 1918 δημιουργείται η Ένωση Σταφιδικών Συνεταιρισμών  και το 1923 η Σταφιδική Τράπεζα Βοστίτσας.

Το θρυλικό προϊόν αρχίζει να επανακτά την αίγλη του τη δεκαετία του 1990, όπου εξ αιτίας της ποιότητάς του και των βιολογικών μεθόδων καλλιέργειας, η μαύρη κορινθιακή σταφίδα Βοστίτσα, αναγνωρίζεται ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης.

Σήμερα καλύπτει ένα σημαντικό μέρος των εξαγωγών της χώρας, ενώ, παρά την ύφεση, ανοίγεται σε νέες για αυτή αγορές, της Κίνας, της Αυστραλίας και του Καναδά.

Κακαβιάς Παναγιώτης

Σπούδασε σκηνοθεσία στη σχολή ΣΤΑΥΡΑΚΟΥ όπου πήρε και το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ σχολών κινηματογράφου για την μικρού μήκους ταινία του ΦΥΓΗ το 1982.

Σκηνοθέτης σε πολλές μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ). Περισσότερα

Επικοινωνία

Τηλέφωνο: +30 2106654752

E-mail: kakavias@otenet.gr
Πλουτάρχου 2, Γέρακας, Αττική, Τ.Κ. 15344